Πέμπτη 17 Απριλίου 2014

Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης - Ἔρως - Ἥρως



Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης - Ἔρως - Ἥρως

Ἡ βάρκα ἀραγµένη στὴν ἀκρογιαλιάν, ἡ µπαροῦµα δεµένη ἔξω εἰς ἕνα βράχον, δίπλα εἰς τὴν ἄµµον τοῦ Χειµαδιοῦ, παραπέρα ἀπὸ τὸ Μικρὸ Μουράγιο τῆς Πιάτσας, κάτω ἀπὸ τὸν βραχώδη κρηµνὸν τοῦ Πανωµαχαλᾶ.

Καὶ ὁ µικρὸς ναύτης, ὁ Γιωργῆς τῆς Μπούρµπαινας, ἐξαπλωµένος ἐπάνω εἰς τὴν πρύµνην, µὲ µίαν βελέντζαν τυλιγµένος, βωβός, ἀκίνητος, µὲ ἀνοικτὰ τὰ ὄµµατα, σπινθηρίζοντα εἰς τὸ σκότος, ὠµοίαζε µὲ τὸν δράκον τοῦ παραµυθιοῦ κατὰ τοῦτο, ὅτι ἐκοιµᾶτο µὲ ἀνοικτὸν τὸ ὄµµα.

∆ὲν ἐξήρχετο στεναγµὸς οὔτε πνοὴ ἀπὸ τὸ στόµα του. Τὸ στῆθος του δὲν ἐκολποῦτο.

Θὰ ἔλεγες ὅτι ἀνέπνεε πρὸς τὰ ἔσω, ὅτι ἔζη µόνον ζωὴν ἐνδόµυχον.

Εἶχαν περάσει τὰ µεσάνυκτα πρὸ πολλοῦ. Ὀλίγα φῶτα ἐφαίνοντο ἀκόµη λάµποντα ἀµυδρῶς εἰς τοὺς φεγγίτας τῶν οἰκιῶν, ὁλόγυρα, σιµὰ εἰς τὴν ἀκρογιαλιάν. Γαλήνιος ἡ θάλασσα ἐκοιµάτο, καὶ µόνον εἰς τὴν ἀκροπελαγιᾶν ὡς ρογχάλισµά της ἐρρόχθει, ἐφλοίσβιζε µελαγχολικῶς φωσφορίζον τὸ κῦµα. Καὶ ἡ βάρκα ἐλικνίζετο ἐλαφρά, ὡς διὰ τῆς ἁπαλωτέρας µητρικῆς θωπείας. Καὶ ὁ φωσφορισµὸς τοῦ κύµατος ἀπήντα εἰς τὸν σπινθηρισµὸν τοῦ ὄµµατος τοῦ ναύτου. Ἦτο καρφωµένον, ἐµπηγµένον ἀτενῶς τὸ ὄµµα τοῦ εἰς ἐν σηµεῖον, εἰς µίαν οἰκίαν, ὑψηλά, ὄχι µακράν, ἐπάνω ἀπὸ τοὺς βράχους. Ἀνοικτὰ ἦσαν τὰ παράθυρα, αἱ ὕαλοι κλεισµέναι, φῶς µέγα ἔφεγγεν εἰς τὰς ὑάλους. Καὶ ἔβλεπες συχνὰ εἰς τὸ φῶς ἐκεῖνο σκιᾶς κινουµένας, φεύγουσας εἰκόνας, πρόσωπα καὶ ἰνδάλµατα. Ὁ µικρὸς ναύτης ἐκοίταζεν ἀπλήστως, καὶ δὲν ἀνέπνεεν οὔτε ἐµορµύριζεν.

Ἤκουε µετὰ πολλοὺς ἄλλους κρότους καὶ ἤχους καὶ µετὰ ὕπνους καὶ ὄνειρα καὶ νευρικοὺς τιναγµούς, ἤκουε πότε-πότε σιγῶντα καὶ πάλιν θορυβοῦντα διὰ µακρῶν βιολιά, λαγοῦτα, λαλούµενα. Καὶ ἐνωτίζετο ρυθµικὸν κρότον χοροῦ, καὶ ἐνηχεῖτο ᾄσµατα καὶ ἐκδηλώσεις χαρᾶς καὶ εὐθυµίας. Καὶ ὅλα του ἐφαίνοντο ἀσυνάρτητα, ἀκατάληπτα καὶ βόµβος ἄναρθρος ἤχει εἰς τὰ ὦτα του. ∆ὶ αὐτὸν δὲν ὑπῆρχε πλέον ᾆσµα οὔτε φθόγγος οὔτε ἦχος, ἱκανὸς νὰ ἐκφράση τὸ τί ὑπέφερε.

* *
Τοῦ εἶχεν εἰπεῖ ἀποβραδὺς ὁ κυβερνήτης τῆς βάρκας, ὁ καπετὰν Κωνσταντῆς ὁ Σιγουράντσας:

- Αὔριο, πρωί-πρωί, µὲ τὸ καλό, ἔχουµε ναῦλο, θὰ τοὺς κουβαλήσουµε πέρα· (ἔδειξε τὴν συνοικίαν ἐπάνω εἰς τὸν βράχον, καὶ εἶτα ἔκαµε κυµατοειδῆ κίνησιν τῆς χειρὸς πρὸς δυσµὰς). Νά ῾χης τὸ νοῦ σου.
- Ποιανοὺς θὰ κουβαλήσουµε; ἠρώτησεν ὁ µικρὸς ναύτης
- ∆ὲν ξέρω τί ὥρα θὰ ξεµπερδέψουνε, ἐπανέλαβεν ὁ κυβερνήτης, δεικνύων ἐπιµόνως τὴν συνοικίαν. Μπορεῖ νὰ µᾶς σηκώσουν τὸ ταχύ-ταχύ, πρὶν φέξη. Νά ῾χης τὸ νοῦ σου.
- Ποιοὶ εἶναι ποῦ θὰ µᾶς σηκώσουν; ἠρώτησε πάλιν ὁ Γιωργῆς.
- Καλὰ εἶναι νὰ πλαγιάσῃς µὲς στὴ βάρκα. Θέλεις πάλι νὰ πᾶς στὴ γριά σου νὰ κοιµηθῇς, πρὶν χαράξη, νὰ ῾σαι στὸ πόδι, ἅµα βγῆ ὁ ἀστέρας. Τάχατες πῶς ντρέπεται ἡ νύφη, κατάλαβες, νὰ τὴν καραβώσουνε, νὰ κινήσῃ ἀπ᾿ τὸ χωρίο µέρα µεσηµέρι. Νά ῾χης τὸ νοῦ σου.
- Ποιὰ νύφη; ἠρώτησε µὲ χᾶσκον τὸ στόµα ὁ Γιωργῆς.
Ἀλλ᾿ ὁ Σιγουράντσας ἀπῆλθε, χωρὶς ν᾿ ἀπαντήσῃ.
Ὁ µικρὸς ναύτης δὲν ἦτο ἐνήµερος εἰς ὅλας τὰς εἰδήσεις καὶ εἰς ὅλα τὰ συµβάντα τοῦ χωρίου. Ἐταξίδευε δυὸ φορὰς τὴν ἑβδοµάδα, µικρὰ ταξιδάκια, πότε κατὰ διµηνίαν ἐν µακρότερον, τὰ ὁποῖα ὅλα ὁ καραβοκύρης του, ὁ καπετὰν Κωσταντῆς, περιέγραφε δι᾿ ἐπιρρηµάτων ὡς ἑξῆς: Πότε πέρα, πότε ἀντίκρυ, πίσω, µέσα, πάνω, πότε κάτω. Μίαν φοράν, χαριζόµενος εἰς ἕνα χερσαῖον, εὐηρεστήθη νὰ ἐπεξηγήσῃ τί ἐσήµαινον ταῦτα.
Ἢ πέρα, στὰ χωριά, ἢ ἀντίκρυ, στὸ Γριπονήσι, ἢ πίσω, στὴν Κεχρεά, ἢ µέσα, στὴ Στυλίδα, ἢ πάνω, στὴ Σαλονίκη, ἢ κάτω, στὸν Πειραιά.
Ὁ Σιγουράντσας εἶχε κάµει πολλὰ ταξίδια, καὶ πρὶν περάση στὰ χαρτιὰ κυβερνήτης µὲ τὴν φελοῦκαν αὐτήν. Εἶχε φάγει τὴν θάλασσαν µὲ τὴν φοῦχταν. Ἀπέκτησε δυὸ ἢ τρεῖς βρατσέρας ἰδικάς του, ἔπεσεν ἔξω ἢ ἐβούλιαξε καὶ µὲ τὰς τρεῖς, καὶ τώρα ἦτο µόνον διὰ τὰ «χαρτιὰ» καραβοκύρης. Ἡ βάρκα αὐτή, ἡ Ἐλεοῦσα, ὅπως τὴν ὠνόµαζαν, ἦτο κτῆµα τοῦ Γιωργῆ τοῦ Μπούρµπα. Τὴν εἶχεν ἀποκτήσει µὲ τοὺς
κόπους του, ὄχι ἀπὸ κληρονοµίαν, οὔτε ἀπὸ στραβοῦ διαβόλου, οὔτε ἀπὸ κελεποῦρι.
Μικρός-µικρός, ἀπὸ τότε ποὺ ἐγύριζε ξυπόλυτος, µ᾿ ἕνα βρακὶ αἰωνίως ἀνασηκωµένον ὡς τὰ γόνατα, µ᾿ ἕνα ὑποκάµισον ἕως τοὺς ἀγκῶνας ἀνασκουµπωµένον, κρατῶν µικρὸν γάντζον µὲ καλαµιᾶν, τὸν ὁποῖον πὰρ ὀλίγον θὰ ἐχρειάζετο νὰ µάθῃ ὁ ἴδιος τὴν γύφτικην τέχνην διὰ νὰ τὸν κατασκευάσῃ ἀφοῦ ἐπὶ ἑβδοµάδας καὶ µῆνας ἐπαρακαλοῦσε τὸν Γιαλαδρίτσαν, τὸν Γύφτον τοῦ ναυπηγείου, νὰ τοῦ τὸν φτιάσῃ, προσφέρων αὐτὸς τὸ σίδερον, τὸ ὁποῖον εἶχε κλέψει ἀπὸ τὸν πεσµένον ἔξω σκελετὸν µιᾶς σκούνας, καὶ δὲν τὸν ἔπειθε· τέλος, µετὰ πολλά, µίαν Κυριακὴν πρωί, ἐπέτυχε νὰ τὸν εὕρῃ ξεµέθυστον, καὶ τὸν ἐκατάφερε νὰ σφυρηλάτησῃ τὸ σίδερον, ἀναλαβὼν αὐτὸς νὰ δουλεύῃ τὰς φύσας, καὶ οὕτω ἠξιώθη ν᾿ ἀποκτήσῃ γάντζον· ἀπὸ τότε, λέγω, ποὺ ἐγύριζε µὲ τὸν γάντζον του ἀπὸ ἀκρογιαλιὰν εἰς ἀκρογιαλιάν, θαλασσωµένος µέχρι µηρῶν καὶ βουβώνων, κυνηγῶν τὰ ὀχταπόδια, ἐβγάζων κοχύλια καὶ σκουλήκια διὰ δολώµατα, πηγαίνων ὡς µοῦτσος µὲ ὅλες τες βάρκες καὶ τὲς ψαροποῦλες, ἀπὸ τότε εἶχεν ἀρχίσει νὰ πιάνῃ λεπτά. Καὶ εἰκοσαετὴς ἤδη εἶχεν ἀποκτήσει τὴν βάρκαν αὐτὴν µὲ τὸν ἱδρῶτα του.
Ἀλλ᾿ ὁ γραµµατεὺς τοῦ λιµεναρχείου τοῦ γ´ παραλίου τµήµατος δὲν ἠθέλησε νὰ τοῦ δώσῃ πασσάγιο οὔτε δίπλωµα κυβερνήτου, λέγων ὅτι ἦτο παραπολὺ νέος διὰ νὰ κυβερνᾷ πλοῖον, καὶ φρονῶν ἴσως ὅτι θὰ εἶχεν ἐξοδεύσει ὅλα ὅσα εἶχεν εἰς τὸ ναυπηγεῖον, καὶ ἦτο ἀνάγκη νὰ κάµῃ ὀλίγα ταξίδια, ὑπὸ ἄλλον κυβερνήτην, διὰ νὰ τοῦ µείνουν τίποτε λεπτά

Αντέγραψα τη σελίδα 50-51 από όπου ξεκινά στο free ebook από τα 24grammata . Διαβάστε το στο παρακάτω λινκ τη συνέχεια
http://www.24grammata.com/wp-content/uploads/2012/04/papadiamantis-24grammata.compdf.pdf

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου