
Αχιλλέας Κατσαρός
29 Μαΐου
Mικρό μπαράκι με ιστορία. Από κλωστές θλίψης καμωμένο. Στον κόκκινο καναπέ καθόταν ο Φρανκ,ένας γοητευτικός και μοναχικός άνδρας.Τρεις τα μεσάνυχτα.Ώρα των απόκοσμων πλασμάτων.Δύο άτομα όλα κι όλα στο μπαρ που θα έκλεινε σε λίγο.Ο Φρανκ.Ο μπάρμαν.
Και τότε εκείνη όρμησε μέσα. Αλαλαγμένη. Με το γέλιο του πόνου και του θανάτου στα μάτια.
-Με κυνηγάνε,είπε.
-Ποιοι ; ρώτησε έκπληκτος ο μπάρμαν.
-Όλοι οι νεκροί μου έρωτες,απάντησε εκείνη στωικά.
-Και τι θέλουν ; ρώτησε ο Φρανκ.
Τότε τον πρόσεξε.Τα μάτια του έμοιαζαν ήρεμα ηφαίστεια λίγο πριν την έκρηξη.Έβλεπες την αιθάλη.
-Εσείς εδώ ; ρώτησε εκείνη.
-Πού θα έπρεπε να βρίσκομαι ; της απάντησε.
-Λονδίνο,Νέα Υόρκη,Μανχάταν ίσως,πάντως όχι εδώ,όχι Αθήνα αυτή την εποχή,του είπε με μια απροσδιόριστη γλυκύτητα και οικειότητα.
-Βγάλε τις σάρκες σου,της είπε ο Φρανκ και την κοίταξε σαν το ύστατο βλέμμα της τίγρης πριν ορμήσει στο χάος.
Τον κοίταξε με απορία.Δεν της το είχε ξαναπεί άνδρας αυτό.
-Βγάλε τις σάρκες σου,επανέλαβε ο Φρανκ με δυνατή και ήρεμη φωνή.
-Βγάλε τις σάρκες σου,αυτό θέλουν οι νεκροί σου έρωτες.
Την άρπαξε απ' το λαιμό,τη στροβίλισε στην αγκαλιά του,της χόρεψε όπως μόνο ο Φρανκ ήξερε.
-Σε λίγο πετάω για Νέα Υόρκη,της είπε.
Κι έκανε ένα μορφασμό στο άνω δεξί χείλος που εκείνη η άγνωστη τον βρήκε ερωτικό.
-Πώς βρίσκεις την αγάπη ; τη ρώτησε.
-Αυτό είναι ένα περίστροφο,του είπε,και πρέπει να μας πυροβολήσω.
Ένας ακόμη στροβιλισμός ως τα έγκατα της γης.Τέτοιο ήταν το φιλί τους.
-Θα ξανασυναντηθούμε ; τον ρώτησε και του κράτησε τα χέρια,του φίλησε τα δάχτυλα.
-Ναι,της απάντησε,όλοι οι καταραμένοι κάπου ξανασυναντιούνται.
-Πώς σε λένε ; τη ρώτησε.
-Γάτα,απάντησε εκείνη και τον φίλησε.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου