Τετάρτη 16 Απριλίου 2014

Γιώργος Σεφέρης, Η τελευταία μέρα


Η τελευταία μέρα

Ήταν η μέρα συννεφιασμένη. Κανείς δεν αποφάσιζε
 φυσούσε ένας αγέρας αλαφρύς: «Δεν είναι γρέγος είναι σιρόκος» είπε κάποιος.
Κάτι λιγνά κυπαρίσσια καρφωμένα στην πλαγιά κι η θάλασσα
γκρίζα με λίμνες φωτεινές, πιο πέρα.
Οι στρατιώτες παρουσίαζαν όπλα σαν άρχισε να ψιχαλίζει.5

«Δεν είναι γρέγος είναι σιρόκος» η μόνη απόφαση που ακούστηκε.
Κι όμως το ξέραμε πως την άλλη αυγή δε θα μας έμενε τίποτε πια, μήτε η γυναίκα πίνοντας πλάι μας τον ύπνο μήτε η ανάμνηση πως ήμασταν κάποτες άντρες,10
τίποτε πια την άλλη αυγή.


«Αυτός ο αγέρας φέρνει στο νου την άνοιξη» έλεγε η φίλη περπατώντας στο πλευρό μου κοιτάζοντας μακριά «την άνοιξη που έπεσε ξαφνικά το χειμώνα κοντά στην κλειστή θάλασσα.Τόσο απροσδόκητα. Πέρασαν τόσα χρόνια. Πώς θα πεθάνουμε;»


15Ένα νεκρώσιμο εμβατήριο τριγύριζε μες στην ψιλή βροχή.Πώς πεθαίνει ένας άντρας; Παράξενο κανένας δεν το συλλογίστηκε. Κι όσοι το σκέφτηκαν ήταν σαν ανάμνηση από παλιά χρονικάτης εποχής των Σταυροφόρων ή της ἐν —Σαλαμίνι— ναυμαχίας.Κι όμως ο θάνατος είναι κάτι που γίνεται· πώς πεθαίνει ένας άντρας;20 Κι όμως κερδίζει κανείς το θάνατό του, το δικό του θάνατο, που δεν ανήκει σε κανέναν άλλον και τούτο το παιχνίδι είναι η ζωή.Χαμήλωνε το φως πάνω από τη συννεφιασμένη μέρα, κανείς δεν αποφάσιζε.Την άλλη αυγή δε θα μας έμενε τίποτε· όλα παραδομένα· μήτε τα χέρια μας·κι οι γυναίκες μας ξενοδουλεύοντας στα κεφαλόβρυσα * και τα παιδιά μας
25στα λατομεία. *Η φίλη μου τραγουδούσε περπατώντας στο πλευρό μου ένα τραγούδι σακατεμένο:«Την άνοιξη, το καλοκαίρι, ραγιάδες ...»
Θυμότανε κανείς γέροντες δασκάλους που μας άφησαν ορφανούς.Ένα ζευγάρι πέρασε κουβεντιάζοντας:30
«Βαρέθηκα το δειλινό, πάμε στο σπίτι μας
πάμε στο σπίτι μας ν’ ανάψουμε το φως».


Αθήνα, Φεβρουάριος 1939


http://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=1&text_id=1481




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου