ΣΥΣΣΙΤΙΑ
Εκεί αφημένο,πάνω στην καρέκλα,
Το σακάκι που κουβάλησε τη μέρα μου
Το ένα μανίκι ρίχνει προς το πάτωμα
Σαν σκύλος μακριά παρατημένος
Που σκάβει με το πόδι του να κρύψει
Το φρέσκο κόκαλο της εξορίας.
Αλλά δεν άφησα στις τσέπες παρά κέρματα.
Αύριο θα 'χω να πληρώσω τα δάχτυλα
Που δίνουνε τα εισιτήρια στο ποτάμι
Με τέτοιους φλύαρους κορυδαλλούς απ' το δάσος,
Απ' όπου πέρασε το ένστικτο της ομίχλης
Αναβοσβήνοντας το φως.
Με το σκοτάδι το βαθύ τού κυνηγού
Θα βγεί η αλεπού απ' τις παντόφλες.
Ύπνο κακό, σώμα με σώμα,
Οσφραίνεται ανάμεσα στα παπλώματα.
Περνάνε, λέει, πάνω απ' τ' απάτητα φύλλα
Κάποιοι που πάνε για συσσίτιο
Με το μυαλό στα χαρτοκούτια τής στρωμνής τους,
Μήπως κλαπούν, μήπως τ' αναστατώσει
Αέρας από κρύα πανωφόρια,
Καθώς γυρνάνε σε σπίτι χρεωμένο
Να κοιμηθούνε μέσα στα κλαριά...
.........................................................................
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου