μετανάστης
με το χτένι της ανησυχίας
προσπαθούσε να ξεμπλέξει τη μέρα του
κι εκείνη όλο και πιο δύσβατη
χανόταν πίσω από το σούρουπο της συνήθειας
μετανάστευε κάθε πρωί
από τα παγωμένα λιβάδια της ψυχραιμίας
στην άκρη του γκρεμού
κουβαλώντας μαζί του
έναν άστατο χειμώνα
πολλά χωνεμένα επιρρήματα
και μεγάλες παρακλήσεις
τεντωμένες πάνω στο τελάρο
της νοσταλγίας
κάτω από τα πόδια του
πετούσαν στυγεροί ορισμοί
που ξήλωναν τις αναρριχώμενες ευχές
και μετά γρκεμιζόσαντε στου χρόνου
τα νεκρά ανοίγματα
μετανάστευε συχνά σ’ άγονους τρόπους
και πάντα διαπίστωνε ότι είναι οδυνηρό να φεύγεις
κουβαλώντας μαζί σου τον τόπο της εξορίας σου
30.11.13

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου