Δευτέρα 25 Νοεμβρίου 2013

Κική Δημουλά



Η γλυκυτάτη αβεβαιότης


Τρισάγια κάθε τόσο
για να δοθεί η υπηκοότητα νεκρού
στον κεκοιμημένον δούλον σου.

Ύψιστε, τί εννοείς
άλλο νεκρός και άλλο δούλος.
Κι από πότε επιτρέπεται
να κοιμούνται έτσι βαθιά
ατιμώρητοι οι δούλοι.

Τον κεκοιμημένον δούλον σου.
Θέ μου, αν απελευθερώνει ο θάνατος
όπως μας το υπόσχεται παρήγορη
η γλυκύτατη αβεβαιότης, εσύ
γιατί τον θές ντέ και καλά δουλέμπορο;

Τον κεκοιμημένον.
Περί ύπνου πρόκειται, Κύριε;
Μα του κολλάει ύπνος του νεκρού
έτσι εύκολα νυστάζει η απώλεια της ζωής;
Εδώ εμείς, δούλοι του απάνω κόσμου ακόμα
κι όμως ποιός κλείνει μάτι
αν δεν τον νανουρίσει όπως ξέρει
μόνο η γιαγιά του η αβεβαιότης
με τη γλυκεία της ρόδινη αφύπνιση.

Κύριε, μήπως όταν ενέκρινες
αυτούς τους ανελέητους ανταγωνιστικούς ψαλμούς
ήσουν ακόμη άνθρωπος;


ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Εδώ, απέφυγες την περιπέτεια
να ξαναϋπάρχεις
κι είναι το χέρι σου μόνο
στην τετράγωνη νύχτα της φωτογραφίας.
Σαν ανάσταση σκίζει το χάρτινο σύμπαν
μονάχο κι ανεβαίνει,
σαν αίφνης
που αίρει το Λίγο του κόσμου.
Με τέσσερα επί τέσσερα ουρανό που ξεκινάει;
Αλλ’ είναι η ασφυξία των διαστάσεων
ο σπόρος των θαυμάτων.

Περιστρέφω την φωτογραφία,
γιατί προκαλεί εθισμό
η παρατεταμένη χρήση των θαυμάτων.
Εδώ μοιάζει χέρι
που κόπηκε από σώμα χορευτού
την ώρα που έλεγε Ώπα,
γιατί άλλη στροφή θα ετοίμαζε η ψυχή
κι άλλη θα μπόρεσε το σώμα.
Αντίρροπος ρυθμός που σπάζει
το μέλος
και τα μέλη.

Περιστρέφω τη φωτογραφία
Χέρι που βαδίζει
στον ήσυχο στενόμακρο Σεπτέμβρη
των πολλών και βουβών αληθειών.

Εδώ, το χέρι που θα χάραξε
ένα καλή αντάμωση
στην πρώτη πέτρα των ανθρώπων.
Ευχή που πιάνει αν φυτευτεί
σε γη φωτογραφίας μόνο.

Με μια ελάχιστη κίνηση
Το χέρι αλλάζει πάλι
Επαγγελίες αιωρήσεως.
Τώρα, όμοιο χάδι είναι ανοδικό
Στα μακρινά μαλλιά μιας μνήμης.

Αχ, τι θα τις κάνει τόσες ομοιότητες
Για αυτόν τον ένα κόσμο;

Αφήνω τη φωτογραφία να πέσει.
Και το χέρι σου μένει
παλάμη ανεστραμμένη
σε κάποια χειρομάντισσα νεφέλη,
που το διαβάζει:
Μαζί του δεν βλέπει να μας δένει
καμία συνεργασία στα βάρη.
Μαζί δεν θα σηκώσουμε
μήτε νεκρόν από κάτω
μήτε λουλούδι.



ΕΚΛΕΙΨΙΣ

Παρατηρήσατε το φαινόμενό μου;
Την ολική μου,επιτέλους έκλειψη;

Είχα ένα ιδιόκτητο διακριτικό στερέωμα,
προσωπικής μου χρήσεως,
που,διατρέχοντας το,
έγραφα στίχους:
εν ολίγοις διένυα ευπρεπώς τη μοίρα μου.

Χθές λοιπόν,
περί την δωδεκάτην βραδινήν,
χωρίς καμιά ορατή αιτία,
εγώ,ο λυρικός μικρός πλανήτης,
έπαθα ολική σχεδόν έκλειψη.





MEΛΑΓΧΟΛΙΑ

Στον ουρανό ακροβατεί μεγάλη σκοτεινιά,
Κι έτσι καθώς με πήρε το πάραθυρο αγκαλιά,
με το ένα χέρι
στο δωμάτιο μέσα σέρνω
του δρόμου την απίστευτη ερημιά,
με το άλλο παίρνω
μια χούφτα συννεφιά
και στην ψυχή μου σπέρνω.




Εύφλεκτη η απόσταση

Ασυγχώρητη η απροσεξία
να μου στείλεις επι χάρτου εφημερίδας
ολοσέλιδη τη φωτογραφία σου
με αναμμένο το τσιγάρο της.

Αν έπιανε φωτιά η παραλαβή;
Ποια πυροσβεστική
ψυχραιμία εις μάτην θα καλούσα
σε ποιο διανυκτερεύον έγκαυμα
θα έτρεχα ανήμπορο εγώ χαρτί καμένο
σε ποιαν εξαντλημένη θεραπεία

σε ποια αποζημίωση μετά.
Ασφάλεια αναθρώσκοντος καπνού
δεν έχω κάνει





Άφησα να μην ξέρω


Απο τον κόσμο των γρίφων
φεύγω ήσυχη
Δεν έχω βλάψει στη ζωή μου αίνιγμα:
δεν έλυσα κανένα.
Ούτε κι αυτά που θέλαν να πεθάνουν
πλαί στα παιδικά μου χρόνια:
έχω ένα βαρελάκι που 'χει δυο λογιών κρασάκι.
Το κράτησα ως τώρα
αχάλαστο ανεξήγητο,
γιατί ως τώρα
δυο λογιών κρασάκι
έχουν λυμένα κι άλυτα που μου τυχαίνουν.
Συμβίωσα σκληρά
μ' έναν ψηλό καλόγερο που κόκαλα δεν έχει
και δεν τον ρώτησα ποτέ
ποιας φωτιάς γιός είναι,
σε ποιο θεό ανεβαίνει και μου φεύγει.

Δεν του λιγόστεψα του κόσμου
τα προσωπιδοφόρα πλάσματα του,
του ανάθρεψα του κόσμου το μυστήριο
με θυσία και με στέρηση.
Με το αίμα που μου δόθηκε
για να τον εξηγήσω.
Ό,τι ήρθε με δεμένα μάτια
και σκεπασμένη πρόθεση
έτσι το δέχτηκα
κι έτσι το αποχωρίστηκα:
με δεμένα μάτια και σκεπασμένη πρόθεση.
Αίνιγμα δανείστηκα ,
αίνιγμα επέστρεψα.
Άφησα να μην ξέρω
πως λύνεται ένα χθές,
ένα εξαρτάται,
το αίνιγμα των ασύμπτωτων.
Άφησα να μην ξέρω τι αγγίζω,
ενα πρόσωπο ή ενα βιάζομαι.

Ούτε κι εσένα σε παρέσυρα στο φως
να σε διακρίνω.
Στάθηκα Πηνελόπη
στη σκοτεινή ολιγωρία σου.
Κι αν ρώτησα καμιά φορά πως λύνεσαι,
πηγή είσαι ή κρήνη,
θα 'ταν κάποια καλοκαιριάτικη ημέρα
που, Πηνελόπες και οχι,
μας κυριεύει αυτός ο δαίμων του νερού
για να δοξάζεται το αίνιγμα
πως μένουμε αξεδίψαστοι.

Από τον κόσμο των γρίφων
φεύγω ήσυχη.
Αναμάρτητη:
αξεδίψαστη.
Στο αίνιγμα του θανάτου
πάω ψυχωμένη.




Γράψε λάθος


Δεν φτάνει που ήσουν ερχομός θερμοκηπίων
ενόχλησες και την ορθογραφία μου.

Κατ΄επανάληψη λες, μ΄ έπιασες να γράφω
συνδιάζω αντί συνδυάζω που σημαίνει
συν-δύο, βάζω το ένα δίπλα στο άλλο
τα δυό μαζί ενώνω - το ζω το αφήνουμε έξω
γιά μετά, αν πετύχει ο συνδιασμός.

Δεν είναι λάθος φίλε μου.
Είναι μιά πρόωρη ανάπτυξη αδυναμίας.
Δείξε μου εσύ ένα ύψιλον
που να κατάφερε ποτέ σωστά να μας ενώσει.
Συνδιασμοί πολλοί αλλά πόσοι γνώρισαν
τη ρηματική του ζω απεραντοσύνη.

Απ΄τη σκοπιά του καθ΄ ενός η ορθογραφία.
Πάρε γιά παράδειγμα
τι κινητά που γράφεται το ψέμα:
όταν εσύ το εξακοντίζεις προς τον άλλον
σωστά το γράφεις μέσα σου, θαρραλέα.
Όμως όταν εσύ το δέχεσαι κατάστηθα
τότε το γράφεις ψαίμα.

Ρωτάς από που ως που
γράφω τη συμπόνοια με όμικρον γιώτα.
Ποιός ξέρει θα με παρέσυρε η άπνοια
ο ανοίκειος το ποίημα η οίηση
το κοιμητήριο η οικουμένη το οικτρόν
και η αοιδός επιθυμία
απ΄ την αρχή να ξαναγραφόταν ο κόσμος.

Εξάλλου σου θυμίζω η συμπόνια
πρωτογράφτηκε λάθος από το θεό.






Η ταχεία ανάρρωση της απληστίας


Ακούω μεσημεριάτικα το λαχειοπώλη
να προσκαλεί αγοραστές στο γέλιο της τύχης.
σπρώχνω πιό πέρα την εγρήγορση
μου πιάνει όλο το χώρο και το ρίχνω
σε μιά τρελή ονειροπόληση,
αμύθητα πως θα άλλαζε η ζωή μου
άν κέρδιζα ένα
ανισόρροπο λαχείο.

Θα ξαναέχτιζα την πείρα μου με θέα
τους απέραντους κατάφυτους ξενώνες.
Επικλινείς σκεπές να μη λιμνάζουν
θέατρα και δάκρυα κακοκαιρίες ρόλων.

Στους κήπους διάχυτα αγάλματα
κομμωτές της ποικιλίας και της πρόβλεψης.
Αγάλματα νεράκια με την πετονιά ροή τους
να ψαρεύουν όσο θέλουν συντριβάνια.
Μάκρος μυστηριώδες βουβός θαυμαστής
θα παίρνει από πίσω τις αλέες
άηχα θα τις ακολουθεί πατώντας
μέσα στον ίδιο θόρυβο βημάτων που αδειάζουν
εκείνες καθώς προχωρούν. Ώσπου
να τις χάσει ξαφνικά - θα του κρυφτούν
σε κάποιο άλλο σχέδιο περιπάτου.

Θ΄αγόραζα λιμάνια αυτοκίνητα ρολόγια ιλιγγιώδη
την κάθε ώρα μου θα ΄ρχόταν ο δικός της
σωφέρ να την παίρνει - θ΄αγόραζα
όλη την άγονη γραμμή επιπλωμένη
με καινούργιους επιβάτες
και πολυτελέστατους καπνούς - θα δρομολογούσα
το πρώτο μακρινό μου εκείνο τρένο,
νεόνυμφη που ήμουν με ταξίδι
άμαθη στα χάδια των συνόρων
στην αγρυπνία των σταθμών και ξένων τόπων
που τίναζαν απρόσεκτα της ονομασίας τους
την καύτρα στα μάτια της ταχύτητας και φεύγαν.
Wagon lit - τότε που πρωτοβλέποντας
τον καναπέ να γίνεται κρεβάτι
ταξίδεψα πως όλα μετατρέπονται
από αναπαυτικό σε αναπαυτικότερο.

Θ΄άρπαζα θα έδιωχνα θ΄ανέβαζα
θα ποδοπατούσα θα φοβέριζα θα σκόρπιζα θα νόμιζα
θα γκρέμιζα και σε τρείς μέρες θα ξανάκτιζα
θα με τρέμαν οι στερήσεις.

Γιά να μπορέσω έτσι θρασύτατα ισχυρή
ν΄αγοράσω πιά την ανάστασή σου.

Σωστά το άκουσες, μή μελαγχολείς.
την ανάστασή σου.
Είδες ποτέ του θαύμα να χάλασε χατίρι
παραμυθένιας τύχης;

Χωρίς παζάρια θα ΄δινα πίσω όσα κέρδισα
και θα γυρίζαμε πεζή, απίστευτοι στο σπίτι.

Θα ξάπλωνες έκει, στη συνέχειά σου.
Θα ΄γερνα κι εγώ, διπλανή αμύθητα.
Κι αφού βεβαιωνόμουνα πως έχεις προσδεθεί
καλά πάνω στο σώμα σου
πως κούμπωσες καλά την ασφαλή επιστροφή σου
θα το ΄ριχνα σιγά-σιγά
σε μιά τρελή ονειροπόληση,
αμύθητα πως θ΄άλλαζε η ζωή μου
αν κέρδιζα ένα
ανισόρροπο λαχείο.










ΚΟΝΙΑΚ ΜΗΔΕΝ ΑΣΤΕΡΩΝ


Χαμένα πάνε τα λόγια των δακρύων.
Όταν μιλάει η αταξία η τάξη να σωπαίνει
- έχει μεγάλη πείρα ο χαμός.
Τώρα πρέπει να σταθούμε στο πλευρό
του ανώφελου.
Σιγά -Σιγά να ξαναβρεί το λέγειν της η μνήμη
να δίνει ωραίες συνταγές μακροζωίας
σε ό,τι έχει πεθάνει.


Ας σταθούμε στο πλευρό ετούτης της μικρής
φωτογραφίας
που είναι ακόμα στον ανθό του μέλλοντός της:
νέοι ανώφελα λιγάκι αγκαλιασμένοι
Ενώπιον ανωνύμως ενθυμούσης παραλίας.
Ναύπλιο Εύβοια Σκόπελο ;
Θα πεις
και που δεν ήταν τότε θάλασσα.



ΕΛΑΝΘΑΝΕ

Οτ ήμουνα ενας άνθρωπος
Που όλο με σκυμμένο το κεφάλι
Με περπατάγανε οι δρόμοι ,αυτό πράχθηκε φανερά σας.
Σας το αφήνω .Επάνω του λοιπόν ,
Αποκεφαλίστε το,
Μοιράστε το σ΄ οσες υποτιμήσεις θέλετε
-πως γην και ύδωρ έδωσα σε φόβους
και σήκωσε κεφάλι η ηττοπάθεια -,
ρίξτε το ολόκληρο
σ οσες αδιαφορίες σας κι άλλο πεινάνε ,
πετάξτε το σε δυό παλιογραμμούλες τύμβο.
Όμως πως σκύβοντας
Ατένιζα ουρανό,
Αυτό δεν θα το αγγίξετε .
Επράχθηκε κρυφά σας
Το έκρυψα καλά
Στην ασφαλή του κεφαλιού μου
Τη λιμοκτόνα στάση .
Σκύβοντας ουρανό ατένιζα
Που εφτιαξα από πτώσεις .
Μαζεύοντας σπυρί – σπυρί
Ο,τι δεν αφομοιωνε το ύψος.
Εζησα,
Τεντωμέν δίχτυ από κάτω ,
Να συγκρατώ ,να περισώζω
Λογής – λογής διάττοντες αυτοκτόνους ,
Τα φωτεινά τους υπολείμματα ,
Εκεί που όλο και χάνει ύψος ,
Όλο και πιο πολύ αποχρυσώνεται
Της μολυβιας τους η κραυγή
Και λυπηρά απολεπταίνει η αιχμή
Της εξαφανισης τους.
Εζησα
Τεντωμένο δίχτυ από κάτω ,
Να σώζω λυπηρότητες ,
Κραυγών αποχρυσώσεις ,
Αιχμών τα φωτεινά υπολείμματα,
Εξαφανίσεων αιχμές .
Εζησα ,
Συνταιριάζοντας τις πτώσεις
Με τις παράταιρες αιτίες τους,
Για να μην παει χαμένο το χαμένο.
Αυτό δεν θα τ. αγγίξετε
Είναι από εύφλεκτο εγώ
Θα με τινάξει όλη στον αέρα σας.



ΤΟ ΔΙΑΖΕΥΚΤΙΚΟΝ ή

Μ’ έκλεισε μέσα η βροχή
και μένω τωρα να εξαρτιέμαι από σταγόνες.

Όμως πού ξέρω αν αυτό είναι βροχή
ή δάκρυα από τον μέσα ουρανό μιας μνήμης;
Μεγάλωσα πολύ για να ονομάζω
τα φαινόμενα χωρίς επιφύλαξη,
αυτό βροχή, αυτό δάκρυα.

Στέγνη στέκομαι ανάμεσα
στα δύο ενδεχόμενα: βροχή ή δάκρυα,
κι ανάμεσα σε τόσα διφορούμενα:
βροχή ή δάκρυα,
έρωτας ή τρόπος να μεγαλώνουμε,
εσύ ή μικρή αποχαιρετιστήρια αιώρηση σκιάς
του τελευταίου φύλλου.
Το κάθε τελευταίο,
τελευταίο τ’ ονομάζω χωρίς επιφύλαξη.

Και μεγάλωσα πολύ
για να είναι αυτό αφορμή δακρύων.
Δάκρυα ή βροχή, πού να ξέρω;
Και μένω να εξαρτιέμαι από σταγόνες.
Και μεγάλωσα πολύ
για να περιμένω άλλο μέτρο όταν βρέχει
κι όταν δε βρέχει άλλο.
Σταγόνες για όλα.
Σταγόνες βροχής ή δάκρυα.
Από τα μάτια κάποιας μνήμης ή τα δικά μου.
Εγώ ή η μνήμη, πού να ξέρω;
Μεγάλωσα πολύ για να χωρίζω τους χρόνους.
Βροχή ή δάκρυα.
Εσύ ή μικρή αποχαιρετιστήρια αιώρηση σκιάς
του τελευταίου φύλλου.





ΑΓΓΕΛΙΕΣ

Διατίθεται απόγνωσις
εις αρίστην καταστασιν,
και ευρύχωρον αδιέξοδον.

Ανεκμετάλλευτον και εύκαρπον
έδαφος πωλείται
ελλείψει τύχης και διαθέσεως.

Και χρόνος
αμεταχείριστος εντελώς.

Πληροφορίαι: Αδιέξοδον.
Ώρα: Πάσα.


ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΑ

Όλα τα ποιήματά μου για την άνοιξη
ατέλειωτα μένουν.

Φταίει που πάντα βιάζεται η άνοιξη,
φταίει που πάντα αργεί η διάθεσή μου.

Γι’ αυτό αναγκάζομαι
κάθε σχεδόν ποίημά μου για την άνοιξη
με μια εποχή φθινοπώρου
ν’ αποτελειώνω.



ΕΝ ΤΕΛΕΙ

Έπειτα από γερή
φιλονικία μεταξύ τους
να γίνει πιο σύντομη,
την είχε πείσει,
πιο τελειωμένη.
Να καταργήσει
τις μακρηγορίες των ονείρων,
και να κρατήσει
την ετυμηγορία τους.

Την είχε πείσει.
Ο χρόνος.



ΕΠΙ ΤΑ ΑΥΤΑ

Νύχτωσε πάλι όπως χθες.
Πάλι όπως χθες νύχτωσε.
Νύχτωσε.
Χθες.
Πάλι.
Προσπάθεια μάταιη
να χτυπηθεί το νόημα,
η αλληλεγγύη του καημού.
Αλύγιστα, μ’ όποια
μετάθεση των λέξεων,
μ’ όποια αποδέσμευσή τους.
Στην κάθε μια χωράει
το τελεσίδικο του όλου.
Μέσα στις ρίζες τους
κυλάει η ίδια παύση.
Λοιπόν, καλύτερα να παραμείνουν
σε μια πεπατημένη πρόταση
και εκ πρώτης όψεως αναίμακτη:
Νύχτωσε πάλι όπως χθες.


ΣΗΜΕΙΟ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΕΩΣ
ʼγαλμα γυναίκας με δεμένα τα χέρια.

Όλοι σε λένε κατευθείαν άγαλμα,
εγώ σε προσφωνώ γυναίκα κατευθείαν.

Στολίζεις κάποιο πάρκο.
Από μακρυά εξαπατάς.
Θαρρεί κανείς πως έχεις ελαφρά ανακαθίσει
να θυμηθείς ένα ωραίο όνειρο που είδες,
πως παίρνεις φόρα να το ζήσεις.
Από κοντά ξεκαθαρίζει τ’ όνειρο:
δεμένα είναι πισθάγκωνα τα χέρια σου
μ’ ένα σχοινί μαρμάρινο
κι η στάση σου είναι η θέληση σου
κάτι να σε βοηθήσει να ξεφύγεις
την αγωνιά του αιχμάλωτου.
Έτσι σε παραγγείλανε στο γλύπτη: αιχμάλωτη.
Δεν μπορείς
ούτε μια βροχή να ζυγίσεις στο χέρι σου,
ούτε μια ελαφριά μαργαρίτα.
Δεμένα είναι τα χέρια σου.

Και δεν είν’ το μάρμαρο μόνο ο ʼργος.
Αν κάτι πήγαινε ν’ αλλάξει
στην πορεία των μαρμάρων,
αν άρχιζαν τ’ αγάλματα αγώνες
για ελευθερίες και ισότητες,
όπως οι δούλοι,
οι νεκροί
και το αίσθημα μας,
εσύ θα πορευόσουνα
μες στην κοσμογονία των μαρμάρων
με δεμένα πάλι τα χέρια, αιχμάλωτη.

Όλοι σε λένε κατευθείαν άγαλμα,
εγώ σε λέω γυναίκα αμέσως.
Όχι γιατί γυναίκα σε παρέδωσε
στο μάρμαρο ο γλύπτης
κι υπόσχονται οι γοφοί σου
ευγονία αγαλμάτων,
καλή σοδειά ακινησίας.
Για τα δεμένα χέρια σου, που έχεις
όσους πολλούς αιώνες σε γνωρίζω,
σε λέω γυναίκα.

Σε λέω γυναίκα
γιατί είσαι αιχμάλωτη.


ΚΑΛΧΑΣ.

Δεν κοιμάμαι, δεν κοιμάμαι,
Βοηθάω τη νύχτα να μακραίνει,
να πλαταίνει,
να σβήνει τα χαραμοφάικα φωτάκια.

Δεν κοιμάμαι, δεν κοιμάμαι,
γυμνάζω μαύρα αποκλείεται,
εξαπολύω γυμνασμένα αποκλείεται
και ξεσκίζουν κάτι άστρα τελευταία.

Δεν κοιμάμαι, δεν κοιμάμαι,
αλλάζω φύλλο, γίνομαι σκοτάδι.
Πού θα μου πας λιποψυχία,
καπου θα σε πετύχω
τωρα που ορκίστηκα άυπνη.
Τα υπνωτικά μου μιλιγκράμ
αγγελικά κοιμούνται
κι ο εγκέφαλος μου ξαγρυπνάει

και γλυκά τα νανουρίζει.

Δεν κοιμάμαι, δεν κοιμάμαι,
Βοηθάω τη νύχτα να μακραίνει,
γράφω συνθηματα στους τοίχους των ονείρων:
κάτω τα ξημερώματα των ορνιθοτροφείων,
κάτω η φαυλοκρατία των ελπίδων
«και σπίτια θα σας χτίσουμε
και δρόμους θα σας κάνουμε
και βροχή θα σας φέρουμε
κι ανέμους, κι ανέμους».

Δεν κοιμάμαι, δεν κοιμάμαι,
περιμένω κάτι αποβράσματα σκοτάδια
να μπω στο ρετιρέ του Μάντη Κάλχα.
Θα τον σκοτώσω.
Με βούτηξε σ’ ολόκληρη θυσία
για να πνεύσεις.
Μα εσύ κουρνιάζεις, άπνοια,
πάνω σε κάθε προφητεία
με το πάσο σου.


ΤΥΧΗ ΚΟΙΝΗ.

Οι δρόμοι μου,
οι δρόμοι σας
κι αυτό.

Εκείνος,
εγώ
κι αυτό.

Οι νυμφίοι Μάιοι,
το κατάλληλο ένδυμα
κι αυτό.

Το άμαχο αίσθημα,
το κρυμμένο μαχαίρι
κι αυτό.

Η οδεύουσα δίψα,
η καλή Σαμαρείτις
κι αυτό.

Η μακροζωία των ονείρων,
η εργατικότης των ελπίδων
κι αυτό.

Οι άλτες όρκοι πάνω από το χρόνο,
η φυλλοβόλος μνήμη
κι αυτό.

Ο απαραίτητος ήλιος,
η ξαφνική ωραία διάθεση
κι αυτό.

Η άμιλλα των κίτρινων φύλλων
για μια ψύχραιμη πτώση,
η ποίηση που τα εμψυχώνει
κι αυτό.

Η ανομβρία,
η βροχή
κι αυτό.

Η μύηση των αγαλμάτων
στις δικές μας μεθόδους ανίας,
η θυσία όλο και κάποιας Ιφιγένειας
για ένα ψωροφύσημα ανέμου
κι αυτό.

Η εκγύμναση των λέξεων
να περνούν μέσ’ απ’ τη σιωπή,
η εκγύμναση της σιωπής
να περνά μέσ’ απ’ τις λέξεις
κι αυτό.

Το αυστηρώς φρουρούμενο μέλλον
κι η αρπαγή του στο τέλος
απ’ αυτό:

Το ανώφελο.



ΣΥΝΔΡΟΜΟ
Κοιτάζοντας τον πίνακα του Πικάσο «Το Όνειρο»


της πολυθρόνας τα μπράτσα
υποσυνειδίζονται: Λυγίζουνε σαν χαλαρό
αγκάλιασμα στου κοριτσιού τη μέση,
γιατί το ξέρουνε ακόμα και οι πολυθρόνες
πως όποιος ονειρεύεται δονείται
κι υπάρχουνε και όνειρα
που σε πετάνε χάμω.

....

Καιρό έχω να μιλήσω για όνειρα
καιρό δεν έχω
όνειρα δεν έχω,
συμμετρική ανέχεια.
Οι ώμοι μου
συμμετρικά πεσμένοι και οι δύο.
Κι ότι αντέχω τέτοια ανέχεια
λέω μην είναι όνειρο.
Μην είναι όνειρο
πως όνειρα δεν έχω.
Όνειρο να’ ναι
κι ας με γυμνώνει από όνειρα.

Όνειρα να’ ναι,
Σπόρος να περιφέρεται στον ύπνο μου
κι έχει ο Θεός για μήτρα.
Το πίνω κι ας μην είναι πόσιμο,
έστω τη λέξη να ονειρεύομαι
και δεν ρωτάω καμία Εξακρίβωση
αν είναι όνειρο πως όνειρα δεν έχω.
Για να μιλήσει η κάθε Εξακρίβωση
θέλει να πληρωθεί με όνειρα.
Κι όνειρα να πληρώσω
μια ακόμα Εξακρίβωση
δεν έχω.

...

Όνειρο σημαίνει
φτερούγα ύπνου από κερί
που ήλιο ερωτεύεται και λιώνει
φύλλα που θαυμαστά ισορροπούν
σαν να πατάνε σε κλαδιά
ενώ το βλέπεις καθαρά
πως δεν υπάρχει δέντρο,
ν’ ακούς να τραγουδάνε χίλια ναι
απ’ το λαρύγγι του όχι

Όνειρο σημαίνει
να μην υπάρχουν σύνορα
κι οι βλοσυροί καχύποπτοι φρουροί τους.
Ελεύθερα να μπαίνεις σε άνθρωπο
Κι ούτε τις ει, ούτε τις οίδε.

Δεν ήρθε κι ένα απόγευμα
που να μην γίνει βράδυ.
Και όνειρο σημαίνει
να έρθει κι ένα απόγευμα
που να μην γίνει βράδυ,
να έρθει κι ένα όνειρο
που να μη γίνει άνθρωπος
και έρθει ένας άνθρωπος
που να μη γίνει όνειρο,
τις οίδε, τις ει

Ξανοίχτηκα πολύ σε ορισμούς
Κι είναι επικίνδυνο να κλαις χωρίς πυξίδα.

Φύλαγέ μου, Θε μου, τουλάχιστον
Όσα έχουν πεθάνει.


ΑΙΡΕΤΙΚΕΣ ΟΥΣΙΕΣ

...
Οι αναβαθμίσεις της ψυχής
κάθε φορά σε περισσότερο ψυχή,
δεν είναι ευδαιμονία κατευθείαν.
Πρέπει πρώτα να βυθιστείς ολόκληρος,
Ώρες, μέρες, μπορεί και χρόνια,
Ολόκληρος, και το κεφάλι μέσα,
Στη φρικαλέα τελετή της ασφυξίας.
Κι αν αντέξεις.

Κι αυτά είναι για να σωπαίνονται απόλυτα,
θάνατος σιγαστήρας να τα παίρνει,
να φεύγουνε μαζί μας τα αδιαιώνιστα
πίσω από το πρόσχημα – Όνομά μας,
που μια ζωή κρατάει τσίλιες ενώ αλλού παίζεται το παιχνίδι.
Στέκει εκεί σαν υδρορρόη
Σε μέρος που δεν βρέχει.


ΣΥΜΠΛΗΓΑΔΕΣ ΣΥΓΚΡΙΣΕΙΣ

Περιμένω. Σε φουαγιέ θεάτρου.
Ώσπου να αρχίσει η παράσταση
βλέπω τι παίζεται πλαγίως
εντός ενυδρείου που διασκεδάζει
την αναμονή.

Τετράγωνο περίπου σαν κουτί
παπουτσιών στο νούμερο της υπερβολής.
Σε γωνία σφηνωμένο για να γεύονται
διπλή ασφυξία οι τοίχοι.
Μικρά ψαράκια όσο το χρυσαφί του ήλιου
επάνω σε χρυσόμυγας ξεριζωμένο βόμβο
τρέχουν πανικόβλητα. Σκυλόψαρο τζάμι
τα κυνηγά.
Νάνος βυθός. Τον γαργαλάει εύκολα
με τα κοντά της δαχτυλάκια η επιφάνεια.

Συνθλίβεται η πλεύση συχνά
στις συμπληγάδες πέτρες-χαλίκι
εύρημα στεριανό.
Κάθε τόσο αγωγός κρυμμένος στέλνει
βίαιο αέρα φουρτουνιάζει κάπως η ανία
φύκια ξεμαλλιάζονται με πλαστικόν
ολοφυρμό. Για λίγο
καταποντίζεται η ορατότης.
Μισοπνιγμένη την τραβάνε κατά πάνω
κάτι φυσαλίδες οξυγόνου μικρές
σαν καρφίτσας κεφαλάκι που βγαίνουν
από των ματιών μου τη λιγοστή φιάλη.

Τι λυπάσαι, χρυσόψαρα είναι
ούτε που γνώρισαν θάλασσα ποτέ τους.

Μην το λες. Και μεις τι τάχα γνωρίσαμε;
Κι όμως το νοσταλγούμε αυτό το διόλου.


(2001 ΗΧΟΣ ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΕΩΝ, Ίκαρος)




ΕΚΤΡΟΠΗ

Αντί για υακίνθους
είπα να σου φέρω σήμερα ηλιοτρόπια
να έχει η φροντίδα μου πιο ευθυτενές κοτσάνι
και το οστεώδες πλέον νόημά της να μου φανεί
στρογγυλοπρόσωπο ηλιόσπορους γεμάτο.

Ηλιοτρόπια. Συσσωρευτές λάμπουσας θερμότητας.
Ευχήθηκα να επωφεληθείς.

Κι αφού ετακτοποίησα σε ύψος ομοιόμορφο
αισθητικά το χρέος μου στο βάζο
κοντοστάθηκα λίγο να βεβαιωθώ
ότι τα ηλιοτρόπια θα τραπούν
εκεί που επαγγέλλει το όνομά τους.

Κατάπληκτη να στρέφουνε τα είδα
προς της ευχής μου την παράφρονα εκπλήρωση
κοιτάζοντας αντί τον ήλιο εσένα.

Τιμής ένεκεν.
Υπήρξες
χιλιάδες έτη φωτός
απέχεις.


(2001 ΗΧΟΣ ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΕΩΝ, Ίκαρος)



ΟΙΚΟΔΟΜΗΜΑ

Πως πήγε αλήθεια
η μεγάλη εκείνη επιχείρηση αισθήματος
που άνοιξες.

Μαθαίνω σε γονάτισε.
Τουλάχιστον ξεμπέρδεψες με τις υποχρεώσεις;
Βοήθησες τη λήθη να χτίσει;
Χρόνια ονειρευότανε
δική της οικογένεια
δικό της σπιτικό
μακριά
μακριά από τη μνήμη
όσων τις αγαπήσαν και τις δυό.

(2001 ΗΧΟΣ ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΕΩΝ, Ίκαρος)


Η ΚΑΚΟΚΑΙΡΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΣΧΗΜΑΤΩΝ

Το ανέβαλες. Κακοκαιρία μεγάλη, πέσανε χιόνια
κλείσανε οι δρόμοι, πάγοι, μεγάλη ολισθηρότης.
Καλά έκανες. Εάν δεν είναι ολισθηρή η επιθυμία
προς τι να έρθεί;



ΕΜΜΕΣΗ ΑΔΡΑΝΕΙΑ
Ευλογημένο να'ναι το Εμπόδιο
και τρισευλογημένο.
Δέντρο ισκιερής διακιολογίας
ότι δεν φταίμε εμείς,
να βρίσκει δροσερήν αθώωση
ο λιποτάκτης Χειρισμός,
να κολατσίζει με το πάσο της
το μεροκάματιάρικο άλλοθί της
η Αλλοτρίωση μας.


Διάλογος
Ανάμεσα σε μένα και σε μένα

Σου είπα:
— Λύγισα.
Και είπες:
— Μη θλίβεσαι.
Απογοητεύσου ήσυχα.
Ήρεμα δέξου να κοιτάς
σταματημένο το ρολόι.
Λογικά απελπίσου
πως δεν είναι ξεκούρδιστο,
ότι έτσι δουλεύει ο δικός σου χρόνος.
Κι αν αίφνης τύχει
να σαλέψει κάποιος λεπτοδείκτης,
μη ριψοκινδυνέψεις να χαρείς.
Η κίνηση αυτή δεν θα 'ναι χρόνος.
Θα 'ναι κάποιων ελπίδων ψευδορκίες.
Κατέβα σοβαρή,
νηφάλια αυτοεκθρονίσου
από τα χίλια σου παράθυρα..
Για ένα μήπως τ' 'ανοιξες.
Κι αυτοξεχάσου εύχαρις.
Ό,τι είχες να πείς,
για τα φθινόπωρα, τα κύκνεια,
τις μνήμες, υδροροές των ερώτων,
την αλληλοκτονία των ωρών,
των αγαλμάτων την φερεγγυότητα,
ό,τι είχες να πείς
γι' ανθώπους που σιγά-σιγά λυγίζουν,
το είπες.


Αυτοσυντήρηση

Θα πρέπει να ήταν άνοιξη
γιατί η μνήμη αυτή
υπερπηδώντας παπαρούνες έρχεται.
Εκτός εάν η νοσταλγία
από πολύ βιασύνη,
παραγνώρισ' ενθυμούμενο.
Μοιάζουνε τόσο μεταξύ τους όλα
όταν τα πάρει ο χαμός.
Αλλά μπορεί να'ναι ξένο αυτό το φόντο,
να'ναι παπαρούνες δανεισμένες
από μιάν άλλην ιστορία,
δική μου ή ξένη.
Τα κάνει κάτι τέτοια η αναπόληση.
Από φιλοκαλία κι έπαρση.

Όμως θα πρέπει να 'ταν άνοιξη
γιατί και μέλισσες βλέπω
να πετουν γύρω απ΄αυτή τη μνήμη,
με περιπάθεια και πίστη
να συνωστίζονται στον καλύκά της.
Εκτός αν είναι ο οργασμός
νόμος του παρελθόντος,
μηχανισμός του ανεπανάληπτου.
Αν μένει πάντα κάποια γύρις
στα τελειωμένα πράγματα
για την επικονίαση
της εμπειρίας, της λύπης
και της ποιήσης.


Απροσδοκίες

Θεέ μου τι δεν μας περιμένει ακόμα.

Κάθομαι εδώ και βρέχομαι.
Βρέχει χωρίς να βρέχει
όπως όταν σκιά
μας επιστρέφει σώμα.

Κάθομαι εδώ και κάθομαι.
Εγώ εδώ, απέναντι η καρδιά μου
και πιό μακριά
η κουρασμένη σχέση μου μαζί της.
Έτσι για να φαινόμαστε πολλοί
κάθε που μας μετράει το άδειο.

Φυσάει άδειο δωμάτιο.
Πιάνομαι γερά από τον τρόπο μου
που έχω να σαρώνομαι.

Νέα σου δεν έχω.
Η φωτογραφία σου στάσιμη.
Κοιτάζεις σαν ερχόμενος
χαμογελάς σαν όχι.
Άνθη αποξηραμένα στο πλάι
σου επαναλαμβάνουν ασταμάτητα
το ακράτητο όνομα τους semprevives
semprevives - αιώνιες, αιώνιες
μην τύχεις και ξεχάσεις τι δεν είσαι.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου