Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο έκτο)
2 Νοεμβρίου 2013 στις 10:22 μ.μ.
Κι έτσι, βρεθήκαμε με δυο τους έρωτες να τρώνε και να κριτσινίζουνε σαν το κακοσαράκι. Αυτοί, που πρώτερα ροδάνιαζε η γλώσσα τους - ό ένας ούτε να μιλιέται κι ο άλλος ούτε ν' αποκρίνεται, είχανε πλέον γίνει οι εξόδοι τους ωσάν τις λιτανείες, έτσι εσέρνανε τα έρημα σαρκία, τα ρουφηγμένα κόκκαλα. Βεβαίως, του ενός ήτανε κάπως και η τύχη του καλύτερη, ότι το ήξερε που του κατοικοέδρευε ο πόθος, αμέ ο άλλος, τι να έκανε, να πάρει τα ρουμάνια, τις αγορές, να κάθεται στους πάγκους με τα ψάρια μπα και φανεί η Όμορφη - κι ύστερα τι; Πρώτα τον είχε χέσει, και ύστερα να τον επασαλείψει - όπως αυτό το λένε και για τις Σμυρνιές, κι ουχί κι αδίκως, τον είχε στείλει σαν τον ψωραλέο σκύλο, πώς δηλαδή να της εμφανιστεί και να της λέει πως τηνε θέλει για γυναίκα του να του περάσει ο καημός, σιγά - κι αυτά δε λέγονται. Σαν τέτοια ορισμένως έλεγε ο Ντημίτ στον απευτό του, καμμιά φορά του ξέφευγε κανένας στεναγμός, τον άκουγε και ο ΧατζηΡεΐς μαύριζε η καρδιά του. Από την άλλη, άμα φτάνανε στο ήμαρτον - έλεγε κι ο Ντημίτ και στο Ρεΐση - εσύ, βρε σεβνταλή, ξέρεις τουλάχιστο πούθε να απαγγιάσεις - από την άλλη του καφασωτού είναι τα χέρια της, άκουγε κι αμανέδικα, άειντε και δεν εκάνεις ένα μπραφ, τουλάχιστο την είδες, άντε και της μίλησες. Αλλά, εδώ να σ' έχω κάβουρα - να πορπατείς στα κάρβουνα! Που ο Ρεΐσης όλο έβρισκε κάτι καταδεσμούς, κάτι απίστευτα χαΐρια - ότι και άμα ήτανε (να λέγει) κι ίσως καμμιά αλλοίθωρη, καμμιά κουτσή, καμμία κακορίζικη - γιατί ποιά έμμορφη θα έμπαινε από δικού της και να κλειστεί μέσα στα μαγερειά, να τηνε βλέπουνε μανούλα μου σα μοναχά οι μπάμιες, κι αυτές καθαρισμένες; Εδώ, του ερχότανε του άλλου να του υπενθυμίσει πως τώρα τι μπάμιες κι άλλα κουραφέξαλα, ξεχάσαμε σάματις τα μπινελικάκια και κάτι κουρκουμπίνια - αλλά είχε και μια λυπιάρικη καρδιά, δεν ήθελε πρώτα να του το χώσει το μαχαίρι, και έπειτα ν' αρχίζει να το στρίβει - αλλά ήτανε κι άνθρωπος και είχε κολασμό, και δεν ήτανε πράμα να το θέλει κανείς - γιαβρούμ, να έχεις τον καημό σου πίσω από τη σίτα και να ποιείς τον δύσκολο και τον πολλά βαρέως. Τρωγόντανε λοιπόν και εκατέρωθεν - και πού θα πήγαινε ετούτη η κατάσταση ο ένας άγγελος το ήξερε μονάχα, μην και τους έπαιρνε το μνήμα να τελειώνουμε, να πάνε όπως τους αλύτρωτους. Μια μέρα όμως, είχε και ο ΝτημίτΕφέντης σα να τον τρώγανε τα ρούχα του, τον πιάνει απ΄το μπράτσο το Ρεΐση και τον αρχίζει με το κανονάρχισμα. Για διέ, του λέγει. Δεν ημπορεύομαι, και σα που δε μου φτάνει το χάλι το δικό μου - που ούτε και πού να τη βρώ τέτοια ξωθιά (και εκεί τον έπιασε και ένα άλφα θάμασμα που δεν το είχε πριν ματασκεφτεί, βρε, πώς και του είχε αφήσει τη μιλιά - να δγεις, ήταν που δεν τον πέτυχε σε τρίστρατο - να απωλωλαθεί και να γυρνοβολάει μουγκανώντας!), να 'χω και σένα να μου σέπεσαι σαν το κιτρολεμόνι; Όχι, σκυλομπαγάσα μου. Και να μου πεις, και τι θα σε επείραζε άμα και ήτανε χωλή, κακή ψυχριά κι ανάποδη; Το πιο και το πιο δίχως, να σε πέρναγε ετούτο το ανάθεμα. Ωχού μανούλα μου, εκεί να δεις τί έπαθε ο άλλονας, κι ήρχισε σα φύλλο και ετρέμοτο, και σα δαρμένο σκύλικο κουλούκι. Και άμα με αρέσει, που εκάηκα; Και τι θα τηνε φτιάσω, που δεν είμαι εγώ για παντρειές και άλλα τέτοια έθιμα και ήθη σεϊτανίδικα; (Τώρα, εμένα δεν το άκουσαν τ΄αυτιά μου, αλλά κάπως μου το παράφερε μια χλαλοή βοώσα, το πήρε απ΄εδώ κι μνήμη το μνημάτωσε - κι έτσι το μεταγράφω, ναν το διαβάσετε κι εσείς να καταλάβετε και τι διαόλου σκούφια εφόραγε ο Εφέντης ο Ντημίτ, ο που δεν είχε σεβασμό παρά στα όνειρα). Ακούστηκε, μου είπανε, να λέει:
Γαμώ τα πεθαμένα σου και το στραβένιο σου αγύριστο κεφάλι, ρε αδερφάκι μου - κι άμα πλεμόνι μου, σε τρέμει η παράδοση μην ΄τυχει και να την απαρατήσεις, άμα και δε την παντρευτείς, που πά να πει, άμα και σου αρέσει, ο φέξε μου και γλύστρησας είσαι εσύ, ο ψυχοβγάλτης! Και άντε και σε άρεσε - που μου θυμίζεις τις κυράτσες στο παζάρι (εδώ τον έπιασε, του χώθηκε ένας σφάχτης γιατί μαθές θυμήθηκε και τα δικά του τα χαΐρια, και θύμωσε χειρότερα, και πάτησε τις ρέβες): Σαν τις κυράτσες, σου το λέγω, που κλαίγονται το λέει κι η σοφία τόσω λαών εδά που μας επέταξε η τύχη μας σ' αυτό το κατακάθι, άκου με, και να με κοιτάς εδώ όποτε σου μιλάω - και κειά επάνω έπιασε να κάνει κάτι τσαλίμια και τις μαύρες κοροϊδίες, έβαλε και μια τσιριχτή φωνούλα γυναικώθηκε, και άρχισε να ψέλνει και με το ματάκι του τσαλίμικο - διότι, πόση ματζιριά ν' ανθέξει ο άνθρωπος! Κι έπιασε να το τραγουδά, τσιρτσίρ-τσουρτσούρ: Ένας όμορφος φεσάτος ροβολά και πάει κάτου. Και κοντό κι άν τονε πάρω, και κοντό παιδιά κι αν κάνω, και κοντό σαν εχηρέψω, τα παιδιά τι θα τα κάνω; Και το έλεγε με τέτοια τσαλιμέματα, τον έστειλε τον άλλονα αδιάβαστο, πιαστήκανε στα γέλια, άντε φωνάξανε και το παιδί να φέρει το γνωστό εκείνο σερμπετοπαράδεισο, κι ανάμεσα στα ρόδα και στα ία και στα καλά τα χάχανα, της Κυριακής μαθές χαρά και της Δευτέρας λύπη, επεραγγείλανε μην και ερχότανε κι έξω η γλυκατζούδα, να της επούνε και τα συχαρίκια κατά πρόσωπον, που ήξερε να θέλγει τις καρδίες. Και πήγε σουσουλάμης ο παιδόπουλος, να τηνε μαντατέψειπως τη θέλουνε κάτι καλοί πελάτες, να βγάλει τις ποδιές και εναπάει να δείξεικαι το μούτρο της που ΄χε ωραία κάλλη, μπα και ειβρεί κι αυτός καμμία τύχη καιτονε ρεγαλώσουνε - κι όλοι φχαριστημένοι - και τί θα πάθαινε μαθές να δείξει ένα φρύδι,για το χαμόγελο δεν θα το επερίμενε, κράταε την ανάσα του, μαθές τηνήξευρε τι κέρατο που ήτο. Μάλλον θα την ευρήκε στις καλές, ή μήπως και ναβάλανε και τα μεγάλα μέσα και τη ζητήσαν από τον τεμπελοχανά να τους τη δείξει,εδώ θα σας γελάσω - και να πω, πώς δεν το θέλω να κάμω τώρα τέτοια ατιμία - οπότε,ας το τρέξουμε κομμάτι: Και να μην πούμε πώς και τις ποδιές ξεντύθηκε, και να μην πούμε πώς και δάγκασε τα χείλια της, ούτε να πούμε πως ετσίμπησε τα μάγουλα να φαίνεται ωραία - γιατί καλή και η κουζίνα, μα άμα βγεις στη σάλα, να φαίνεσαι και σα να ήσουνα και από πάντα σου εκεί, ζωγραφισμένη ωσάν τα χερουβείμ απ΄το ταβάνι, να μη δίνεις εικόνα λυπημένα αξιολύπητη, καλύτερα να σε φθονούν παρά να σε οικτίρουν. Κι η ταπεινοφροσύνη είν' ωραία, μα και τη ματαιοδοξία και ποίος μην εζήλεψε; Και έτσι πήγαινε σεινάμενη-κουνάμενη, για να μη θυμηθεί ότι δεν είχε λόγο και την πηγαίναν και τη εφέρνανε κατά τη βούληση ως Κεχαριτωμένη (σιγά και μην εθέλαν να επούνε τα συχαρίκια για τα φρέσκα τ' αφεψήματα, λες και να είχε γεννηθεί μόλις αντίπροχτες). Τέλος απάντων, στρίβει και μπαίνει μες στη σάλα, την πάει και μπροστά ο σουσουλάμης στ' ονταδάκι, γυρνά από τη μια να είδει το ΧατζηΡεΐς και εκοκκίνησε, γυρνά από την άλλη και αντικρύζει το ΝτημίτΕφέντη - της στράγγισε το αίμα από τα μάγουλα, μείνανε και οι τρεις και εκοιτάσοντο σκεπαρνοφαγωμένοι και με τ' αμίλητο νερό για μια επικρεμάμενη στιγμή, μέχρι που χαμογέλασε και έκαμ' ένα νάτο με το κεφάλι της λίγο στα δεξιά, λίγο κι από τα ζέρβικα, υποκεκλήθηκε και έφυγε ωσάν το Μάη μήνα η Εσθήρ, μείνανε οι λεβέντες και δεν ήξευραν οπούθε να κοιτάσουν, στραγγίξανε και τα μικρά ποτήρια στην υγειά της, κι επέ εφύγανε - και δε φανήκανε για μήπως ένα μήνα, μήπως και δύο - μέχρι που και την Εσθήρ την έπιασ' εναγώνιο, τι στην ευχή και στο καλό ρημάδι να είχε άρα γίνει, καλά, αυτή είχε το λόγο της και που΄χε κοκκινήσει (ήτανε ο εκειός εκεί ωραίος) - μα και που πάνιασε, αμέ τον άλλονε τον είχε πει κι όλα βεβαίως τα ονόματα εις του Θεού την πλάση -και που ΄θελε και να της μάζευε τα μήλα; Και μετά, που να τη δει να βγαίνει απ' τις κουζίνες; Ήτανε το Αδύνατον!
(συνεχίζεται)
© Ολβία Παπαηλίου, 2013

Φωτογραφία από τη σέπια εποχή που την Εσθήρ είχανε πια αρχίσει όπως τη ζώνανε τα φίδια, εφ όσον οι δυο φίλοι είχανε πάψει να συχνάζουνε εις το τεμπελχανείο Ιμπεριάλ - και ο τεμπελοχανάς είχε αρχίσει και την εκατηγόραε πως του είχε φρουμάξει τους πιο καλούς πελάτες του.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου